Tribute: Άνθρωπος χωρίς όνομα, αλλά άνθρωπος με ''μπέσα''!
- Απόστολος Ιωαννίδης
- πριν από 12 λεπτά
- διαβάστηκε 3 λεπτά

Στο θέατρο "Αποθήκη" παρακολουθήσαμε την παράσταση "Άνθρωπος χωρίς όνομα". Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η δραματοποίηση του γαλλικού μυθιστορήματος του Ονορέ ντε Μπαλζάκ "Le Colonel Chabert" ("Ο Συνταγματάρχης Σαμπέρ") παρουσιάστηκε στο θεατρόφιλο κοινό, υπό τη σκηνοθεσία της δημιουργού του, Κωνσταντίνας Νικολαΐδη.
Το 1817, ο συνταγματάρχης Σαμπέρ, ήρωας του πολέμου και μέγας Ταξιάρχης της Λεγεώνας της Τιμής, χρόνια μετά από την τελευταία του μάχη, επιστρέφει στο Παρίσι, για να συναντήσει τη συζυγό του. Ο Σαμπέρ είχε ήδη ανακηρυχθεί νεκρός και κανείς δεν ήξερε ότι ζούσε, ούτε καν η γυναίκα του, η οποία ξανά παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια. Σαν αλλοτινός Οδυσσέας, επιστρέφει στην Ιθάκη, για να νιώσει την απόλαυση της αίσθησης του νόστου. Αυτή η επιστροφή, όμως, θα κριθεί πολύ πιο επίπονη από το ίδιο το ''ταξίδι'', ενώ η δική του ''Πηνελόπη'' θα αποδειχθεί λιγότερο πιστή. Σε αυτήν την ''οδύσσεια'' των εξελίξεων, ο μόνος ικανός, για να τον βοηθήσει, είναι ένας: ο δικηγόρος της συζύγου του, Ντερβίλ.Η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη, σκηνοθετώντας το θεατρικό έργο, το οποίο η ίδια έγραψε, βασιζόμενη στο αντίστοιχο, λογοτεχνικό κείμενο, επέδειξε φιλότιμη προσπάθεια και ζήλο να δημιουργήσει ένα θέαμα, το οποίο θα δώσει τη δυνατότητα στους θεατές να "βυθιστούν" στην εν λόγω ιστορία και, μέσω αυτής, να καταπιαστούν με θεματικές, όπως τα κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα, έναντι της ηθικής και του δικαίου. Το εν λόγω έργο αποδεικνύει με τρόπο σθεναρό, αλλά και βαθιά συναισθηματικό, το γεγονός ότι όλα τα σημερινά προβλήματα, οι παθογένειες και ''μάστιγες'' της κοινωνικής ζωής έχουν τις ''ρίζες'' τους να εκτείνονται μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα. Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ βιώνει τη σκληρότητα και τη μισανθρωπιά της αισχροκέρδειας, που κυριαρχεί στον δυτικό κόσμο της μεταβιομηχανικής εποχής, όπως ακριβώς ένας άνθρωπος του 21ου αιώνα αισθάνεται εκτεθειμένος, απέναντι στον άκρατο υλισμό του καπιταλισμού, της αυθαιρεσίας και των βιαιοπραγιών. Όλη η παράσταση θέτει, ως επίκεντρό της, την κραυγή αγωνίας, οργής και απελπισίας του Σαμπέρ, που δεν μπορεί να διανοηθεί πώς γίνεται ένας άνθρωπος να προτιμά τα χρήματα και τον πλούτο από την ίδια την αλήθεια. Η σκηνοθεσία της κατόρθωσε με τρόπο αποτελεσματικό να υποστηρίξει την αμεσότητα της επικοινωνίας, μεταξύ δράσης και κοινού.

Η εν λόγω, ωστόσο, παράσταση, είναι γεγονός ότι εδράζει την επιτυχία της τα δύο συνεχόμενα αυτά χρόνια, στη δυναμική παρουσία των ηθοποιών, μέσω των ερμηνειών τους: ο Θανάσης Κουρλαμπάς, υποδυόμενος τον συνταγματάρχη Σαμπέρ, συνέθεσε μια μεγαλειώδη ερμηνεία, που καθήλωσε τους θεατές με το βάθος και τη σαφήνεια, από την οποία εμφορούνταν. Τα αντιφατικά συναισθήματα και το πνιγερό αίσθημα αγανάκτησης και απόγνωσης, που κυρίευε τον χαρακτήρα του, αποδόθηκαν με πλήρες δόσιμο, πάθος και συγκινητική σχεδόν παρρησία.
Η Ντορέττα Παπαδημητρίου ανέλαβε τον ρόλο της γυναίκας του συνταγματάρχη, αποτυπώνοντας με λιτότητα και φυσικότητα τον χειριστικό και αμφιλεγόμενο χαρακτήρα της και συνδυάζοντας αριστοκρατική λεπτότητα με "κεκαλυμμένη" πονηριά.
Η ερμηνεία του Ορέστη Τρίκα, ως δικηγόρου και αφηγητή της παράστασης, Ντερβίλ, διέθετε φοβερή αμεσότητα και κωμική σπιρτάδα, ενώ ο Φώτης Κουτρουβίδης ενσάρκωσε το ρόλο του βοηθού του δικηγόρου με ευαισθησία και φρεσκάδα.
Εν συνόλω, η παράσταση χαρακτηριζόταν από αρκετά στοιχεία, που βοήθησαν εντελώς στο να ενισχυθεί η επαφή των θεατών με την ιστορία του έργου και την πορεία των χαρακτήρων του. Μολονότι επρόκειτο για ένα παλαιό και ανοίκειο, χωροχρονικό πλαίσιο, είναι γεγονός ότι το κοινό μπόρεσε να συνδεθεί σε βάθος με τον συναισθηματικό κόσμο, τα διλήμματα και τις εσωτερικές, ηθικές συγκρούσεις, που αφορούν στον ψυχισμό του συνταγματάρχη Σαμπέρ, αλλά και σε κάθε άνθρωπο με ευαισθησία, ακεραιότητα και ''μπέσα''.


