Interview: Η επαφή με την «Κουκλίτσα» | Η Δέσποινα Καραγιάννη αποκλειστικά στο We Love Theater
- Απόστολος Ιωαννίδης
- πριν από 2 ώρες
- διαβάστηκε 5 λεπτά
Η Νέα Σκηνή - Νίκος Κούρκουλος του Εθνικού Θεάτρου, πιστή στον αντισυμβατικό, πρωτοποριακό και καλλιτεχνικά ''φρέσκο'' χαρακτήρα της, ανέβασε πριν λίγες εβδομάδες την παράσταση ''Κουκλίτσα'', σε σκηνοθεσία της Μαρίας Πανουργιά, που αποτελεί διασκευή του εμβληματικού ''Κουκλόσπιτου'' του Χένρικ Ίψεν. Στην παράσταση, μεταξύ άλλων, αξιοσημείωτων ερμηνευτών, συμμετέχει μια νεαρή ηθοποιός, με την οποία είχαμε τη χαρά να πραγματοποιήσουμε την παρούσα συνέντευξη: τη Δέσποινα Καραγιάννη, η οποία έχει πραγματοποιήσει προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές θεατρολογίας, σπουδή στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου, αλλά και στο Μουσικό Σχολείο.

Αυτή την θεατρική περίοδο βιώνεις ένα πρωτόγνωρο για εσένα “ταξίδι”, μιας και είναι η πρώτη σου εμφάνιση σε παράσταση του Εθνικού Θεάτρου και συγκεκριμένα, της Νέας Σκηνής “Νίκος Κούρκουλος”. Ποια ήταν η στιγμή που σήμανε την έναρξη αυτής της “διαδρομής”; Πώς, δηλαδή, έφτασες να συμμετάσχεις σε αυτή τη δουλειά;
Η αλήθεια είναι ότι η διαδρομή ήταν μεγάλη. Αρχικά είδα το κάλεσμα. Και πήγα. Πριν
περίπου ένα χρόνο. Θυμάμαι την πρώτη φορά που τους είδα. Τα πρόσωπά τους. Τόσο
χαμογελαστά και ήρεμα, μου έδωσαν την αίσθηση ότι ανήκω εδώ. Κάπως με έναν μαγικό τρόπο ξεκίνησε από εκεί η διαδρομή περνώντας και στην επόμενη φάση, μέχρι και την τελική επιλογή. Ακόμα βρίσκομαι σε αυτή την διαδρομή.
Η "Κουκλίτσα" σας είναι βασισμένη στο “Κουκλόσπιτο” του Ερρίκου Ίψεν, το οποίο συνιστά έναν από τους βασικούς “στυλοβάτες” της παγκόσμιας δραματουργίας. Η σχέση σου με το έργο αυτό ποια ήταν πριν την παράσταση και ποια είναι τώρα;
Η σχέση μου με το "Κουκλόσπιτο" ήταν κυρίως θεωρητική και “σεβαστική”. Διαβάζοντας και μελετώντας ένα έργο οφείλεις να κρατάς μια απόσταση, να είσαι αντικειμενικός. Είναι ένα ριζοσπαστικό έργο τόσο για την εποχή του, όσο και σήμερα, βασισμένο σε αληθινή ιστορία. Το θέμα της γυναίκας παραμένει πάντα ένας ανοιχτός προβληματισμός προς διερεύνηση. Ουσιαστικά η σχέση μου μέχρι τώρα ήταν περισσότερο εγκεφαλική, παρά βιωματική. Αυτή η σχέση μετατοπίστηκε μέσα από την δουλειά, κάτι για το οποίο είμαι πραγματικά ευγνώμων. Το έργο έπαψε να είναι ένα “μνημείο” και έγινε ξανά ένα ζωντανό υλικό, ανοιχτό σε ερωτήματα και επαναπροσδιορισμό. Η αντικειμενικότητα παύει να υπάρχει και εκεί ξεπροβάλλουν συγκρούσεις τόσο σε επίπεδο ιδεών όσο και συναισθήματος και προσωπικής ταύτισης. Αναδύονται πολλά, για την ελευθερία, τις κοινωνικές συμβάσεις, “τα πρέπει”, την αξία, την ηθική, τον σεβασμό, την αυτοεκτίμηση. Τώρα, είναι ένα έργο που συνεχίζει να με δουλεύει όχι μόνο ως ηθοποιό αλλά και ως άνθρωπο.

Θα ήθελες να περιγράψεις τον άνθρωπο, που υποδύεσαι και πώς ένιωσες στα δικά του παπούτσια την έννοια του “Κουκλόσπιτου” που διαπερνά όλους τους ρόλους;
Υποδύομαι ένα από τα παιδιά της οικογένειας Χέλμερ, τη μεγάλη κόρη. Τα παιδιά στο έργο είναι δύο αγόρια και ένα κορίτσι, όμως στην συγκεκριμένη παράσταση εμφανίζονται τρία κορίτσια. Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία, όπως και το γεγονός ότι στο έργο εμφανίζονται μόνο δύο φορές ενώ εδώ βρισκόμαστε στη σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Είναι μια ολοκληρωμένη εικόνα της οικογένειας. Θα έλεγα ότι τα παιδιά βρίσκονται στο μεταίχμιο, ανάμεσα στην αθωότητα και στην σιωπηλή απορρόφηση όσων συμβαίνουν γύρω τους. Δεν έχουν ακόμα γλώσσα ή τη συνείδηση να ερμηνεύσουν τον κόσμο των ενηλίκων, αλλά το βιώνουν, σωματικά. Μεγαλώνουν σε ένα τέλειο φαινομενικά σπίτι, όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ένας κόσμος όμορφος προς τα έξω, περιορισμένος και ελεγχόμενος εκ των έσω. Τα παιδιά αυτά δεν επαναστατούν με τον τρόπο των μεγάλων γιατί κουβαλάνε ίχνη εγκλωβισμού. Είναι παιδιά που δεν τους δίνουν προσοχή, αόρατα. Γι' αυτό αναζητούν τρόπους προσοχής, όπως τα μαγικά κόλπα. Το παιδί που υποδύομαι έχει τα μάτια σφραγισμένα, βλέπει τα πάντα, μιλάει για να υποστηρίξει την αλήθεια χωρίς να ξέρει τις συγκρούσεις που μπορεί να προκαλέσει. Και ακροβατώντας ανάμεσα στην ισορροπία
χαράς-μελαγχολίας, στο τέλος οι μικρές Νόρες, άθελά τους κληρονομούν το κουκλόσπιτο, δίνοντας την αίσθηση ότι η προσωπική ελευθερία υπάρχει αλλά δεν είναι ακόμα προσβάσιμη.

Ο βασικός πυρήνας του έργου είναι η αναζήτηση της ταυτότητας, και ειδικότερα, η αναζήτηση της ταυτότητας μιας γυναίκας, σε έναν φαλλοκρατικό κόσμο. Πώς επιθυμεί αυτός ο κόσμος τη γυναίκα και πως η “Κουκλίτσα” κηρύττει την εναντίωσή της σε αυτό;
Η γυναίκα ορίζεται μέσα από τα μάτια των άλλων. Της αποδίδεται ένας ρόλος διακοσμητικός και λειτουργικός, να είναι ευχάριστη, τρυφερή αλλά όχι αυτόνομη. Είναι μια κούκλα σε ένα σπίτι, υπάρχει αλλά όχι για τον εαυτό της. Αυτό που κάνει η “Κουκλίτσα” και η ίδια η σκηνοθετική οπτική της Πανουργιά είναι να φωτίσει αυτή τη ρωγμή. Η εναντίωση της Νόρας μας δεν έρχεται με θόρυβο αλλά με μια εσωτερική αφύπνιση, μια σταδιακή συνειδητοποίηση. Σταματά να αποδέχεται τον ρόλο που της έδωσαν και διεκδικεί το δικαίωμα να ορίσει η ίδια τον εαυτό της. Στο έργο λέει ότι ήταν η κουκλίτσα του μπαμπά και από αυτόν πέρασε στον άντρα της. Εδώ ο κύκλος σπάει. Η Κουκλίτσα είναι το σημείο εκκίνησης της αντίστασης, από αντικείμενο σε υποκείμενο. Υπάρχει η απαίτηση να υπάρξει ως γυναίκα, ως ολόκληρος άνθρωπος έξω από το κουκλόσπιτο που της έχουν χτίσει. Είναι γεγονός ότι ο Ίψεν δεν ήταν ποτέ η αδυναμία κανενός στην εποχή του, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων. Για το “Κουκλόσπιτο” του ακόμα και ο Στρίνγκμπεργκ τον κατέκρινε. Σχεδόν δύο αιώνες όμως μετά, το 1879, καταλαβαίνουμε ότι αυτό έγινε, διότι ο Ερρίκος Ίψεν ήταν εξ ορισμού αντισυμβατική, καλλιτεχνική προσωπικότητα. Τέτοιοι καλλιτέχνες είναι αναγκαίοι στην εποχή του σήμερα; Το “Κουκλόσπιτο” τάραξε τις κοινωνικές βεβαιότητες και το ότι εξακολουθούμε δύο αιώνες μετά να επιστρέφουμε σε αυτό κάτι σημαίνει. Σε ένα κράτος όπου η γυναίκα δολοφονείται καθημερινά από το σύστημα, την κοινωνία και το ίδιο της το σπίτι, καλλιτέχνες όπως ο Ίψεν είναι απαραίτητοι. Κουκλόσπιτα υπάρχουν σε κάθε εποχή απλώς αλλάζουν μορφή. Σε συνδυασμό με την σκηνοθεσία αναδύονται και επαναπροσδιορίζονται νέα δεδομένα. Το γοητευτικό της συνύπαρξης Ίψεν-Πανουργιά είναι ότι δεν προσφέρουν εύκολα απαντήσεις, αλλά τολμούν να θέσουν δύσκολες ερωτήσεις. Αυτοί οι καλλιτέχνες, αυτοί που δεν έχουν ζητούμενο να αρέσουν, όπως δείχνει και η ιστορία του Ίψεν, αυτοί που συχνά απορρίπτονται, είναι εκείνοι που τελικά αλλάζουν τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.
Ο Στανισλάβσκι πίστευε ότι ο ηθοποιός χωρίζεται στον άνθρωπο που παίζει και στον άνθρωπο, που βλέπει αυτό που παίζει. Αν ήσουν αποκλειστικά λοιπόν, θεάτρια της παράστασης, τι πιστεύεις ότι θα αποκόμιζες;
Ο Στανισλάβσκι μάς υπενθυμίζει αυτόν τον ουσιαστικό διχασμό γιατί ο ηθοποιός δεν παύει να είναι ποτέ παρατηρητής. Στην συγκεκριμένη παράσταση η έννοια της παρατήρησης αποκτά μια άλλη διάσταση. Βλέπεις τις συγκρούσεις της οικογένειας μέσα στο ίδιο το σπίτι. Μια διαρκής πάλη ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι. Θα αποκόμιζα πολλά ερωτήματα - ερωτήματα που έχω ως ηθοποιός αλλά και ως άνθρωπος. Για παράδειγμα: “Υπήρξαν ή υπάρχουν σημεία της ζωής μου που λειτουργώ και εγώ μέσα σε ένα “Κουκλόσπιτο;” και στην τελευταία σκηνή: “Ακόμα και αν γνωρίζω την αλήθεια πίσω από τα παράθυρα θα αρκεστώ στην ασφάλεια της σιωπής (μιας και είναι προβλήματα άλλων) ή θα φωνάξω δυνατά με κίνδυνο την ζωή μου;” Η απάντηση είναι απλή καθώς δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε την ιστορία της χώρας που ζούμε... και πως η σιωπή είναι συνενοχή, οπότε ας φωνάξουμε μέσα ή έξω από τα κλειστά παράθυρα για να σωθούμε...
Ευχαριστούμε θερμά τη Δέσποινα Καραγιάννη για τη συνέντευξη και της ευχόμαστε από καρδιάς κάθε επιτυχία στις παραστάσεις της ''Κουκλίτσας''!
Η ''Κουκλίτσα'' συνεχίζει τις παραστάσεις της, έως και τις 24/05!
